Yafka BOoks First.htmlshapeimage_2_link_0
 

Όταν η τύχη της εμπόλεμης ναζιστικής Γερμανίας είχε πια κριθεί, μπήκε από τους επαγγελματίες στρατηγούς του Τρίτου Ράιχ το πρόβλημα της παράδοσης. Και υπήρχαν τρία σενάρια. Το πρώτο ήταν να παραδοθούν υπό όρους στους συμμάχους, πριν ακόμα λήξει ο πόλεμος. Το δεύτερο ήταν να παραδοθούν άνευ όρων στους συμμάχους, αλλά όχι στους Σοβιετικούς, όταν οι σύμμαχοι είχαν διεισδύσει βαθιά στη Γερμανία, για να αποφευχθούν οι περαιτέρω θυσίες και οι άσκοπες καταστροφές. Ο Χίτλερ απέρριψε και τις δύο αυτές εκδοχές και επέλεξε το δικό του σενάριο. Έδωσε εντολή να πολεμήσουν μέχρι ενός, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν ακόμα μερικές εκατοντάδες χιλιάδες, τελείως άσκοπα. Ο Χίτλερ είχε πει στους επιτελείς του το σκεπτικό αυτής της απόφασης: «Ένας λαός (εν προκειμένω η Αρία φυλή) που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του δεν αξίζει να ζει». Και η θεωρία του ολοκαυτώματος εφαρμόζεται και σε έναν λαό, που η συντριπτική του φιλοσοφία είναι ναζιστική.

Τελικά οι ναζί παραδίνονται μόνο στους συμμάχους, πράγμα που αυτοί δέχονται ασμένως, αλλά λογάριασαν χωρίς τον ξενοδόχο. Οι Σοβιετικοί απαιτούν από τους ναζί να παραδοθούν και σε αυτούς. Την εποχή εκείνη κανείς δεν έπαιζε με τον Κόκκινο Στρατό που είχε φτάσει πρώτος στην καρδιά του Βερολίνου και είχε υψώσει στο Ράιχσταγκ τη σημαία της ΕΣΣΔ, με το σφυροδρέπανο (είχαν να το δουν οι Γερμανοί από το ’33). Η ηττημένη ναζιστική Γερμανία βρίσκεται υπό τριπλή κατοχή. Σοβιετική, Αγγλική, Αμερικάνικη. Αργότερα, τιμής ένεκεν, προστίθεται και η Γαλλία (για να μεγαλώσει το μερίδιο των Δυτικών). Οι άλλες χώρες που πολέμησαν ηρωικά το ναζισμό, π.χ. Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία, και συνέβαλαν αποφασιστικά στη συντριβή του ναζισμού, δεν θεωρήθηκαν από τους συμμάχους άξιες λόγου, για να πάρουν τον τίτλο του νικητή και να βάλουν, έστω και συμβολικά, τη σημαία τους σε κάποιο προάστιο του Βερολίνου.

Τα σχέδια για την τύχη της μεταπολεμικής Γερμανίας ήταν πολλά και είχαν αρχίσει να τα επεξεργάζονται, κυρίως οι στρατηγοί των ΗΠΑ. Μερικά από αυτά είχαν την ίδια φαντασία των ναζί συναδέλφων τους. Το ένα σενάριο ήταν να εξαφανιστεί όλη η Γερμανία μαζί με τους κατοίκους της και να γίνει ένα απέραντο χωράφι. Το δεύτερο ήταν να διαμελιστεί και να μοιραστεί σε ίσες μερίδες στους συμμάχους. Το τρίτο σενάριο ήταν να γίνουν μικρά, αυτόνομα κρατίδια, τύπου Λουξεμβούργου. Τελικά επικράτησε ο πολιτικός ρεαλισμός και απέδωσε δυο Γερμανίες. Μια δυτική που αποκτά παραπάνω από τα δύο τρίτα των εδαφών της παλιάς Γερμανίας και την ανατολική που αποκτά το υπόλοιπο τρίτο. Και οι δύο Γερμανίες γίνονται κράτη το ’49. Η δυτική Γερμανία γίνεται ανεξάρτητο κράτος μόλις το 1955 και ισότιμο μέλις της Ευρωπαϊκής Οικογένειας. Πρωταγωνιστεί τόσο στο ΝΑΤΟ, όσο και στην τότε ΕΟΚ.

Η Ουλρίκε Μάινχοφ τα έζησε όλα αυτά. Γεννημένη το 1934, είχε σαφή μνήμη του πολέμου και της κατοχής που επακολούθησε. Στα νεανικά της χρόνια κάνει σπουδές στη φιλοσοφία, την παιδαγωγική, την κοινωνιολογία και τη γερμανική γλώσσα. Γίνεται ενεργό μέλος του φοιτητικού κινήματος κατά των πυρηνικών εξοπλισμών και το 1960 αναλαμβάνει αρχισυντάκτρια του ριζοσπαστικού περιοδικού «Κονκρέτ» σε ηλικία 26 χρονών. Στο αναχείρας βιβλίο έχουμε άρθρα της Ουλρίκε Μάινχοφ από το 1960 ως το 1969. Αυτό μας επιτρέπει να δούμε την πολιτική σκέψη της, τη συνεισφορά της στην κοινωνία με τις έρευνές της και τις αναλύσεις της.

Η δεκαετία ’60-’70 αποσαφηνίζει την πορεία της Δυτικής Γερμανίας. Ο αντικομμουνισμός του Αντενάουερ είχε γίνει θεμελιακό ιδεολογικό στοιχείο της μεταπολεμικής Δυτικής Γερμανίας. Ήδη από το ’51 βγάζει εκτός νόμου την κίνηση των θυμάτων του ναζισμού και απαγορεύει την ένωσή τους. Το 1956 το Κομμουνιστικό Κόμμα κρίνεται εχθρικό προς το πολίτευμα και τίθεται εκτός νόμου. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως η μεταναζιστική Δυτική Γερμανία, παρά τον πολιτικό της νεοφιλελευθερισμό, διατηρεί την ίδια αντικομμουνιστική νοοτροπία του Τρίτου Ράιχ και γίνεται η αιχμή του δόρατος του ψυχρού πολέμου. Είναι η πλέον αντικομμουνιστική χώρα της Δυτικοευρωπαϊκής Ένωσης. (Η Ελλάδα, που σίγουρα είχε τα πρωτεία στον αντικομμουνισμό, δεν ήταν τότε μέλος της ΕΟΚ).

Αυτός ο αντικομμουνισμός δεν ήταν στον αέρα. Ήταν και ένα είδος αναίμακτου εμφυλίου πολέμου, μια που η άλλη μισή Γερμανία ήταν κομμουνιστική. Αντί για μια πολιτική εξομάλυνσης των δύο Γερμανιών, υπάρχει ένας αδυσώπητος πόλεμος για να περιθωριοποιηθεί η Ανατολική Γερμανία και να μην αναγνωριστεί από τους διεθνείς οργανισμούς. Θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι το 1969 για να δούμε μια καλυτέρευση των σχέσεων των δύο Γερμανιών, αλλά και γενικότερα με το Ανατολικό Μπλοκ, όταν καγκελάριος της Ομοσπονδιακής Γερμανίας ήταν ο νομπελίστας Βίλι Μπραντ. Εντούτοις, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’50, υπήρχε η Σοβιετική πρόταση για μια ενιαία Γερμανία. Θα υπήρχαν ελεύθερες εκλογές, πλήρης σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δηλαδή ένα καθεστώς που δεν θα είχε καμία σχέση με το μοντέλο του υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά σχεδόν πανομοιότυπο με οποιοδήποτε άλλο καθεστώς της Δυτικής Ευρώπης. Με μια διαφορά. Η Γερμανία θα παρέμενε ουδέτερη και αποστρατικοποιημένη. Όλοι μπορούμε να φανταστούμε τις συνέπειες της ύπαρξης μιας τέτοιας Γερμανίας που θα αποτελούσε έναν πανίσχυρο παράγοντα ειρήνης όχι μονάχα στην Ευρώπη, αλλά και στον κόσμο. Αλλά στην πολιτική δεν κυριαρχεί πάντα η λογική, που κατά κανόνα υποχωρεί μπροστά στα μεγάλα συμφέροντα. Και η αρχική επιλογή του Αντενάουερ, να εντάξει το μέρος της Γερμανίας που κυβερνούσε στο ιμπεριαλιστικό μπλοκ της Δύσης, έστω και σε δεύτερο ρόλο, έδινε κατά κάποιο τρόπο μια συνέχεια στο ιμπεριαλιστικό παρελθόν της Γερμανίας. Και αυτό φάνηκε καθαρά μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, όπου η Δυτική Γερμανία προσαρτά την Ανατολική χωρίς διαπραγματεύσεις και χωρίς όρους.

Η Μάινχοφ, με τη δημοσιογραφίας της στο περιοδικό «Κονκρέτ», παρατηρεί τις γρήγορες αλλαγές που γίνονται στη χώρα της. Οι ρυθμοί ανάπτυξης είναι πρωτοφανείς, όλα ξαναχτίζονται από την αρχή, σαν να μην έγινε ποτέ πόλεμος. (Στην Ελλάδα ακόμα υπάρχουν ερείπια από τη ναζιστική κατοχή.) Η ευημερία και η κατανάλωση φτάνουν σε πρωτοφανή επίπεδα. Σε αυτό συνεισφέρει και η αθρόα μετανάστευση από άλλες χώρες, που στην αρχή τουλάχιστον ζούσαν σε άθλιες συνθήκες που τις κατέγραψε η Μάινχοφ. Είναι χαρακτηριστική η παρατήρηση ενός επιστάτη για τους Έλληνες που είναι όλοι τους βρομιάρηδες. Και ένα μεγάλο ποσοστά των Γερμανών θέλει να φύγουν οι ξένοι. Και προσφέρονται να δουλέψουν παραπάνω για να καλύψουν τις εργατοώρες των μεταναστών. Επιχείρημα που βρίσκει απήχηση και συνεισφέρει στο ρατσισμό, άσχετα αν η εφαρμογή αυτού του μέτρου θα απαιτούσε από κάθε Γερμανό να δουλεύει πάνω από εκατό ώρες την ημέρα.

Τα κείμενα της Μάινχοφ δεν έχουν κάποια ιδεολογική αναφορά ή φιλοσοφία. Ο λόγος της δεν είναι στρατευμένος σε κάποιο πολιτικό σύστημα ή σε κάποιο εναλλακτικό μοντέλο. Σε αντίθεση με άλλους αριστερούς δημοσιογράφους, που βλέπουν τον κόσμο υπό το πρίσμα μιας εναλλακτικής πολιτικής και καταθέτουν μια πρόταση για έναν άλλο κόσμο που «είναι εφικτός», στα κείμενά της δεν διακρίνουμε κανένα τέτοιο υπόβαθρο πολιτικής ή φιλοσοφικής σκέψης. Είναι κείμενα αυθόρμητα, ζεστά, οξυδερκή και θαρραλέα. Παρατηρεί, εντοπίζει προβλήματα και τα καταγράφει. Είναι σίγουρα ένα επαναστατημένο άτομο και έχει τη θέληση να πραγματοποιήσει αυτήν την επανάσταση, με το δικό της τρόπο.

Αλλά ποια επανάσταση; Αυτή που μας αφορά προσωπικά ή αυτή που έχει ανάγκη η κοινωνία για να επιζήσει και να ανατρέψει τις αιτίες των καταστροφών που την απειλούν; Η εσωτερική-προσωπική επανάσταση δεν είναι αντίθετη με την κοινωνική επανάσταση. Θα έλεγα πως είναι αναγκαία προϋπόθεσή της. Το αδιέξοδο είναι αλλού. Όταν παίρνεις τη δικιά σου εξέγερση σαν εξέγερση της κοινωνίας. Αυτό οδηγεί σε έναν «επαναστατικό αυτισμό» που οδηγεί πάντα σε καταστροφές και ενισχύει αυτό που θέλει να πολεμήσει. Και αυτό δεν μπόρεσε να το καταλάβει ούτε η Μάινχοφ, ούτε οι άλλοι σύντροφοί της στη Φράξια του Κόκκινου Στρατού. Γι’ αυτό και η διάρκεια ζωής και δράσης της οργάνωσης κράτησε λίγο και δεν άφησε τίποτα πίσω της, εκτός από την αναζωπύρωση του κλασικού αντικομμουνισμού, που δεξιοτεχνικά χειρίστηκαν η κυβέρνηση και τα μεγάλα συγκροτήματα των ΜΜΕ.

Και θα κλείσουμε αυτό το προλογικό σημείωμα με κάποια λόγια ενός ανθρώπου που όλα αυτά τα έζησε από μέσα. Πρόκειται για τον γνωστό ακτιβιστή, δημοσιογράφο και συγγραφέα, τον Γκίντερ Βάλραφ, που συμπεραίνει από τη δράση της Φράξιας: «Μπροστά στην έλλειψη επαφής με την εργατική τάξη, η νιτρογλυκερίνη αντικατέστησε το μαζικό κίνημα».



Περικλής Κοροβέσης,

Στοκχόλμη, Μάρτης 2010

Ulrike M. Meinhof, Γερμανία, Γερμανία... μεταξύ άλλων
πρόλογος του Περικλή Κοροβέση